Τα πάθη του Χριστού

Κάτω στα Ιεροσόλυμα και στου Κυρίου τον Τάφο

εκεί δέντρος δεν ήτανε, δέντρος εφανερώθη, ο δέντρος

ήταν ο χριστός και οι ρίζα η Παναγία και αυτά τα ριζοκλώναρα

ήταν οι μάρτυρές του, που μαρτυρούσαν και έλεγαν

του Ιησού Χριστού τα πάθη.

 

Σήμερον μαύρος ουρανός, σήμερον μαύρη μέρα.

Σήμερον όλοι θλίβονται και τα βουνά λυπούνται.

Σήμερον βαλαν στη βουλή οι άνομοι Εβραίοι,

οι άνομοι και τα σκυλιά και οι τρεις καταραμένοι,

για να σταυρώσουν το Χριστό το Μέγα Βασιλέα.

 

Ο Κύριος εθέλησε να μπει σε περιβόλι,

να λάβει Δείπνον Μυστικό να τον συλλάβουν όλοι.

Όλοι – όλοι τον συλλάβανε και όλοι τον συλλαβαίνουν.

Σαν κλέφτη τον επιάσανε σαν τον ληστή τον πάνε.

Και εκεί στις πόρτες του ληστή εκεί τον τυραγνάνε.

 

Χαλκιά, Χαλκιά φτιάξε καρφιά, φτιάξε τρία  περόνια

και κείνος ο αντίχριστος και ο τρεις καταραμένος,

βαρεί και φτιάχνει τέσσερα, βαρεί και φτιάχνει πέντε.

Εσύ Χαλκιά μ’ που τα ’φτιαξες, εσύ να μας διατάξεις.

Εγώ παιδιά μ’ που τα ’φτιαξα, εγώ θα σας διατάξω.

Τα δυο βάλτε στας χείρας του, τ’ άλλα τα δυο στας πόδας,

το πέμπτο και φαρμακερό βάλτε το στην καρδιά του,

να στάξει αίμα και νερό να πικραθεί η καρδιά του.

Τα χείλη αίμα έσταξε και η καρδιά φαρμάκι.

 

Και από την πίκρα του Χριστού και από τη φαρμακάδα

ο ήλιος αντραλεύτηκε κι αργεί να βασιλέψει. Οι θάλασσες

διορρίχνονται, τα δέντρα προσκυνάνε, όποιος λυπάται το χριστό

να πάει από κοντά του και κίνησαν και πήγαιναν πεντάγησες

γυναίκες. Μαρία και η Μαγδαληνή και η μάννα του Αη Γιάννη

και  δυο αδερφές του Λάζαρου που ήταν αγιασμένες.

Πήραν τη στράτα το στρατί, στρατί το μονοπάτι.

Το μονοπάτι τσε ’βγαλε μες του ληστού τις πόρτες.

Ανοίξτε πόρτες του ληστού και πόρτες του Πιλάτου.

Και οι πόρτες απ’ το φόβο τους, ανοίγουν μοναχές τους.

Κοιτάν’ ζερβιά, κοιτάν’ δεξιά, κανέναν δεν γνωρίζουν,

κοιτάν και παραδέξια, γνωρίζουν τον Αη Γιάννη.

Αη Γιάννη, Αη Γιάννη Πρόδρομε και βαπτιστή του γιου μου.

Μην είδες το παιδάκι μου, τον Μέγα δάσκαλό σου.

Δεν έχω στόμα να σου ’πω, γλώσσα να σου μιλήσω.

Βλέπεις εκείνο το γυμνό στο ξύλο σταυρωμένο,

όπου φορεί πουκάμισο στο αίμα βουτηγμένο,

όπου φορεί στην κεφαλή αγκάθινο στεφάνι.

Εκείνος είν’ ο γιόκας σου και ο μέγας δάσκαλός μου.

Σαν τα ’κουσε η Παναγία πέφτει λιποθυμάει.

Σταμνί νερό της ρίξανε τρία κανάτια μόσχο.

Και από τον μόσχο τον πολύ και από την μυρωδιά του.

Ζητάει μαχαίρι να σφαγεί, γκρεμό να πάει να πέσει.

2009-07-12T06:46:53+00:00

Leave A Comment

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.