ΟΡΡΑΟΝ : Αρχαία Καστρόπολη Γοργομύλου

Ιστορική αναδρομή

Το κάστρο χτίστηκε από τους Μολοσσούς το 300 π.Χ. περίπου. Το κάστρο ΟΡΡΑΟΝ είναι χτισμένο στους πρόποδες ενός βουνού. Εκείνη την εποχή η θάλασσα έφτανε μέχρι το κάστρο. Το κάστρο χτίστηκε για να προστατεύει τα νώτα από τις επιδρομές αλλά κυρίως χρησιμοποιούνταν ως καταφύγιο για τους κατοίκους της γύρω περιοχής σε καιρό πολέμου.

Τα τείχη του κάστρου ΟΡΡΑΟΝ ήταν ψηλά και είχε διάφορα κτίρια και μια δεξαμενή πάντα γεμάτη για να αντιμετωπίζει περίπτωση πολιορκίας.

Το κάστρο έχει χάσει πολλή από την παλαιά του δόξα. Τα τείχη του έχουν καταρρεύσει αλλά μερικά στέκονται ακόμα όρθια με τη βοήθεια στηριγμάτων. Έχουν γίνει ανασκαφές και όσα βρέθηκαν τα πήραν οι αρχαιολόγοι για να τα μελετήσουν.

Το κάστρο δοξάστηκε στα χρόνια που βασιλιάς ήταν ο Πύρος 318 – 272 π.Χ. Άλλωστε δεν είναι λίγοι οι θρύλοι που κυκλοφορούν για τον Πύρο. Ένας απ’ αυτούς είναι ο Πύρος έχει θαμμένο θησαυρό και μάλιστα χρυσά γουρούνια.

Ο αρχαίος οικισμός  «ΟΡΡΑΟΝ» με την ομώνυμη Ακρόπολη, δημιουργήθηκε κατά το πρώτο μισό του 6ου Π .Χ. αιώνα, στη θέση του σημερινού Γοργομύλου. Η πόλη ανήκει στο κοινό των Μολοσσών και γνωρίζει μεγάλη άνθηση κατά το πρώτο μισό του 5ου Π. Χ. αιώνα όταν βασιλιάς των Μολοσσών ήταν ο Αλκέτας. Οι Μολοσσοί είναι αυτόχθονοι Ηπειρώτες και ανήκουν ως φυλή στα πρωτοελληνικά φύλλα, κυριαρχούν στην Ήπειρο όπου έχουν εγκατασταθεί οι Δρυόπες (νομαδική φυλή) μετά τον εκδιωγμό τους από την πατρίδα τους (περιοχή Οίτη – Παρνασσού).

Αργότερα όταν οι Κορίνθιοι και οι Αθηναίοι άρχοντες σε επαφή με την Ήπειρο και ιδρύουν αποικίες στην νότια Ήπειρο, είναι οι Μολοσσοί αυτοί που αντιδρούν σε οποιαδήποτε ιδέα επικυριαρχία πάνω τους. Γύρω στο 295 Π. Χ. όταν ο θεσμός πόλη – κράτος έχει αρχίσει να ξεφτίζει  στην Ελλάδα και πλέον οι Μακεδόνες είναι κυρίαρχοι στην Ελλάδα μόνον οι Μολοσσοί διατηρούν την αυτονομία τους σε όλη την επικράτειά τους

Κατά την εποχή του Πύρρου, βασιλιά της Ηπείρου η πόλη «ΟΡΡΑΟΝ» γνωρίζει μεγάλη ακμή, είναι μια από τις μεγαλύτερες πόλεις της Ηπείρου, αναφέρεται ότι ο Μυθησμός τις ξεπερνάει τις είκοσι χιλιάδες κατοίκους, που ασχολούνται κατά κύριο λόγο με την κτηνοτροφία, βέβαια οι Μολοσσοί δεν παύουν να είναι μια πολεμική φυλή και η πόλη «ΟΡΡΑΟΝ» ανήκει στο κοινό των Μολοσσών. Όταν ο Πύρρος ξεκινάει τους κατακτητικούς πολέμους εναντίον αρχικά των Ρωμαίων και ύστερα κατά των υπόλοιπων Ελληνικών πόλεων ο πληθυσμός της πόλης έχει υποστεί μια τρομακτική αφαίμαξη, όμως ακόμη και μετά το θάνατο του Πύρρου και την επικυριαρχία των Μακεδόνων στην Ελλάδα πάλι η Ήπειρος διατηρεί την αυτονομία της αφού θεωρείται ακόμη μια από τις ισχυρότερες αν όχι η ισχυρότερη δύναμη εκείνης της εποχής. Όταν τον 2ο Π.Χ. αιώνα η Ελλάδα αρχίζει να καταρρέει από τους αδιάκοπους πολέμους  μεταξύ των επιγόνων και των διαδόχων τους και εμφανίζονται οι Ρωμαίοι ως κατακτητές 146 Π. Χ. στην Ελλάδα, οι ηπειρωτικές πόλεις αντιστέκονται στην προσπάθεια επιβολής. Ο ΑΙμίλιος Παύλος καταστρέφει ολοσχερώς εβδομήντα πόλεις της Ηπείρου ανάμεσα σε αυτές και την «ΟΡΡΑΟΝ», την οποία από ιστορικές μαρτυρίες οι κάτοικοί της έχουν εγκαταλείψει πριν την καταστροφή της.

Περιγραφή κάστρου από το βιβλίο του Nic Hammond

«Μια τοιχοπεριφέρεια, έχει μήκος 1,10 μ. Τα  θεμέλια του τείχους δείχνουν, ότι αυτό ήταν περίπου 2 μ. παχύ, κοιτάτε και προς τις δύο πλευρές με τετραγωνισμένες ασβεστολιθικές οικοδομικές πέτρες, ορθογωνίου σχήματος και ήταν γεμισμένο με χαλίκι. Το τείχος υπήρξε εντελώς κατεστραμμένο, ενώ πολλές οικοδομικές πέτρες, θρυμματίσθηκαν και άλλες σπάρθηκαν εδώ και εκεί.

Τουλάχιστον δύο πύργοι μπορούν να εξιχνιάστηκαν και διάφορες ορθογωνισμένες εσοχές μέσα στην τοιχοπεριφέρεια κι εξωτερικά του, στην ανατολική πλευρά, υπάρχει ένα ημικυκλικό φλιτζάνι, που φαίνεται να είναι η Cavea (το αντίστοιχο στην ελληνική «κοίλον»), ενός μικρού θεάτρου, που βλέπει ανατολικά. Η εγκλεισμένη περιοχή είναι σχεδόν, διχοτομημένη από ένα δρόμο, που στρέφει 6 ορθές γωνιές από ένα πύργο στο βόρειο τείχος. Στη δυτική πλευρά  αυτού του δρόμου και κοντά στη βόρεια άκρη του μια ομάδα σπιτικών (Β, C και D) ευθυγραμμίζεται παράλληλα προς την τοιχοπεριφέρεια. Σε μια απόσταση, περίπου 26 μ. από το νότιο τείχος το πιο καλά διατηρημένο σπίτι (Α) είναι κτισμένο με τη μακρά του πλευρά παράλληλη προς τη γραμμή του δρόμου.

Τα σπίτια είναι κτισμένα με τετραγωνισμένες ασβεστολιθικές πέτρες, βαλμένες σε κανονικά οριζόντια στρώματα, με γενικά, αλλά όχι πάντοτε, ορθογωνισμένους κατακόρυφους αρμούς και τα τείχη είναι πάχους 0,50 μ.

Οι μεγαλόπετρες  έχουν διατάσεις, για παράδειγμα 1,30Χ0,28Χ0,50 μ. Είναι βαλμένες αλαχτά στις γωνίες. Μερικές οικοδομικές πέτρες είναι σχήματος 1 μ., όπου ένα διαχωριστικό τείχος κατεβαίνει από ένα εξαιρετικό τείχος, που είναι η μικρά πλευρά του L στο εξωτερικό τείχος. Οι γωνιο-μεγαλόπετρες στις εξωτερικές γωνιές των σπιτιών είναι αποσπασμένες. Μερικές οικοδομικές πέτρες έχουν προεξοχή στην εξωτερική όψη για σήκωμα, αλλιώτικα, η εξωτερική όψη είναι λαξευμένη ίσια.

Οι εξωτερικές διαστάσεις των σπιτιών είναι 17Χ31 μ, 17,50Χ28 μ και 15Χ17,60 μ. Τείχη στέκουν όρθια μέχρι ύψους 6,40 μ σε είκοσι μία σειρές και οι δοκοϋποδοχές για το από πάνω πάτωμα είναι άθικτες. Η πόλη σχεδιάστηκε σε ένα ορθογώνιο σχέδιο και οι πλευρικοί δρόμοι ήταν περίπου 3,50 μ. σε πλάτος, κοντά στην κυρία είσοδο, που προστατεύονταν με πύργο στο βόρειο τείχος, υπάρχουν δύο μικρότερα κτίρια, που πιθανόν ήταν ιερού ή δημοσίου χαρακτήρα.

Αυτά τα κτίρια είναι ωραία φτιαγμένα και η μαστορική τους τέχνη είναι τεχνικά ανώτερη στη πρίηνη (αρχαία πόλη της νοτιοδυτικής Καρίας και μια των δώδεκα Ιωνικών πόλεων επί των ακτών της Μικρά Ασίας εδραιωθείσα τον 8ον Π.Χ. αιώνα) και Δήλο. Η πόλη προς τα βόρεια εκτεινότανε πέραν από τα τείχη της πόλης. Εδώ υπάρχουν θεμέλια κτιρίων, από τετραγωνισμένες ασβεστολιθικές οικοδομικές πέτρες, διαστάσεων παρόμοιων προς εκείνες των οικοδομικών λίθων μέσα στα τείχη.

Ο ρυθμός κτιρίου, καθώς συγκρίθηκε με εκείνο αρχαίων σπιτιών σ’ άλλα μέρη, αποδεικνύει ότι το πάρα πολύ πρώιμο τεμάχιο σπιτίσιου κτιρίου χρονολογείται από τα τέλη του τετάρτου ή αρχές του τρίτου αιώνα π.Χ.. Οι κάτοικοι της τοποθεσίας εκείνον τον καιρό ήταν Μολοσσοί, γιατί απέκτησαν είσοδο στο κεντρικό τμήμα της βόρειας παραλίας πολύ ψηλά για να ’ναι στην περιοχή της Άρτας και είναι αναπόσπαστη προς τη Μολοσιακή προσέγγιση στον κόλπο.

 

Οδοιπορικό από το λαογράφο Σπύρο Μονσελίρη («Αρχαιότητες της Θεσπρωτίας», έκδ.1980, Γιάννινα, σελ. 111)

 

Είναι πρωί. Ξεκινώντας από τη Φιλιππιάδα με το λεωφορείο της γραμμής φτάνουμε στο χωριό Γοργόμυλο (πρώην Μουλιανά). Ξεκαβαλάμε στη ρίζα κακοτράχαλου λόφου. Ανηφοράμε πηδώντας από αφηνολίθαρο σε κοτρόνι προσέχοντας μη πέσουμε και σπάσουμε χέρια, πόδια, κεφάλι. Δεν υπάρχει ούτε γιδομονοπάτι. Τσακίζεται και λαγός. Φτάνουμε στην κορυφή του υψώματος. Έχουμε πάρει φαγητό και νερό για όλη την ημέρα.

Θα δούμε, θα μελετήσουμε και θ’ αποτυπώσουμε τα τείχη, την ακρόπολη, τα σπίτια, τα χαλάσματα, το μικρό θέατρο, τους δρόμους, τους κεντρικούς περιβόλους, όλα τα μνήματα και τα κατεστραμμένα μνημεία της αρχαίας φυλακής.

Τοπογραφικό συνεργείο είναι το αυτό που έκαμε την αποτύπωση του Ωρωπού, αποτελούμενο από έξι νομάτους, τον αρχαιολόγο Δάκαρη, τον τυπογράφο Λαγοδήμο, το συγγραφέα της παρούσας και τρεις εργάτες.

Τα δύο χωριά, ανάμεσα του οποίου η αρχαία πόλη, ο Αμμότοπος (πρώην Κομιζιάδες) και ο Γοργόμυλος μαλώνουν στο βάθος. Το πρώτο διακόσια σπιτάκια, απάνου κάτου, σε ατένωπο, μεταξύ δύο βουνών, χωρίζεται από μικρό χείμαρρο σε δύο μέρη. Τα υπόστεγα και τα σταυλοκάλυβα δίνουνόγκο στο χωριό. Το δεύτερο από την άλλη μεριά καμιά σαρανταριά οικογένειες απλώνεται σε μικρό οροπέδιο (εννοεί το Καστρί).

Η φυλακή είμαι μια από τις τέσσερις Ηπειρωτικές πόλεις που αντιστάθηκαν από ρωμαϊκές λεγεώνες.

Ο εχτρός από τα βόρια κατέστρεψε πρώτα τον Ωρωπό, προχωρώντας κυρίεψε την Πασσάρωνα, έξω από τα Γιάννενα, κοντά στο χωριό Ροδοτόπι με τον περίλαμπρο Δια στον οποίο στερέφονταν οι βασιλιάδες της Ηπείρου, έπειτα την Τέκμωνα τη σημερινή Καστρίτσα και τελευταία κατερχόμενος προς Ν. Α., τη Φυλακή.

Προτού μπούμε στην πόλη συναντάμε έξω από τα τείχη τετράγωνη ισοδομική οικοδομή κατεδαφισμένη, ίσως ναό, και ακολούθως από καταχωμένη πύλη εισερχόμαστε στο εσωτερικό.

Αριστερά μας όπισθεν υψηλού αναλημματικού τοίχου, σύρριζα ανοίγεται Δεξαμενή 300 Κ3 χωρητικότητας (15Χ8 μ) χτισμένη σε ισομετρικές πέτρες φέρουσες ανάμεσά τους λεπτό στρώμα κολλητικής ύλης (κορασάνι).

Στεκόμαστε έκθαμβοι προς το μεγαλείο των ερειπίων. Οι Έλληνες καλλιτέχνες πήραν το μάρμαρο από το βράχο, την άμορφη ύλη, την πελέκησαν, τη δούλεψαν, έγιναν δημιουργοί και την έκαναν στολίδι, με νου και σκέψη, και ας ήταν μια νεκρή μάζα, που τη θιαμαίνεται ο κόσμος.

Ο κατακτητής από τη μανία του, για τη σθεναρή αντίσταση των ηρωικών κατοίκων, αν και κατεδάφισε όλο το τείχος με τους οχτώ πύργους και τη μικρή ακρόπολη επί της κορυφής, λυπήθηκε ή μάλλον κουράστηκε να καταστρέψει μερικά ανάκτορα και πολυκατοικίες.

Ευθυγραμμισμένα σπίτια με μικρά τετράγωνα παράθυρα σαν πολεμίστρες, χτισμένα με τετραγωνισμένες μεγάλες πέτρες, με δύο και τρία πατώματα, ύψους οχτώ και δέκα μέτρων, με δύο και τρία πατώματα, μερικά φέρνουν είκοσι δύο δρόμους, έτοιμα για σκέπασμα, με πολλά διαμερίσματα και δωμάτια, παρουσιάζονται μπροστά μας. Ίσια, πλατιοί δρόμοι οδηγούν στις κατοικίες των αρχόντων. Άλλα σπίτια παρέκει, χωμένα στη γη, άλλα παρακάτω προβάλλουν τα κεφάλια τους ανάμεσα στις ασφάκες και τα πολυτρίχια.

Ω πατρίδα μου πως ήσουν και πως κατάντησες;

Αν τούτα τα πράματα βρίσκονταν κάπου αλλού, θα χαλούσαν όλες οι καμπάνες της οικουμένης. Και τα γομάρια ακόμη θα γκάριζαν για να κινήσουν το ενδιαφέρον του κόσμου να’ ρθει να τα δει, να θαυμάσει την ομορφιά τους, το μεγαλείο τους, να τα μελετήσει, ενώ στον τόπο μας, στην Ήπειρό μας, κοιτιούνται ξεχασμένα, περιφρουρούμενα, σαν ορφανεμένα παιδιά από μάνα και πατέρα, χωρίς προστάτη.

Πατρίδ’ οχτρός σ’ αφάνισε

τις σάρκες σου έφαε ο χρόνος.

Τα κόκαλά σου απόμειναν

που τα μάρανε ο πόνος

Από πέντε πύλες, προστατευόμενες με πύργους από τα πλάγια μπαινόβγαινε μελίσσι ο κόσμος. Βούιζε το εσωτερικό, τρανό μελισσομάντρι. Μια ανατολικά όδευε για την από κάτω πηγή, δύο βορινά οδηγούσαν στο θέατρο που βρίσκεται απέξω στο ρίζωμα του τείχους και τους αγρούς και δύο νότια προς το νεκροταφείο, όπου σώζονται με το πέρασμα τόσων αιώνων οι ταφικοί περίβολοι, τα μαυσωλεία με τις ανάγλυφες παραστάσεις και τα ωραιότατα αετώματα και άλλοι μοναχισμένοι τάφοι. Που μάνες και αδερφές να τα στολίσουν με λουλούδια !!! Ασφακολόγγος καλύπτει τα πάντα.

Δακρύζει ο επισκέπτης αντικρίζοντάς τα και καταριέται τον εχτρό που τα κατέστρεψε. Καταραμένε και άπονε εχτρέ της Πατρίδας μας.

Να βλέπω τους Ρωμαίους στρατιώτες ν’ ανέρχονται τα τείχη και τους πολιορκημένους να παλεύουν με χέρια και με πόδια, να κλωτσήσουν και να γκρεμίσουν τους επιτιθέμενους, τα γυναικόπαιδα να πρίκυμα στο σκουσμό, τις μάνες να χτυπιούνται και να δέρνονται βλέποντας τις θυγατέρες τους ν’ αρπάζοντα από την αγκαλιά τους, ν’ ατιμάζονται και να σύρονται στη σκλαβιά.

Ω μαύρη σκλαβιά!!!

«Προτιμότερο γοργός θάνατος παρά ζωή συνιδισμένη».

iii)Ο δάσκαλος Δημ. Ζάβαλης στο βιβλίο του με τίτλο «οι ρίζες μας», έκδ.1982, σελ.107 γράφει: Κερασώνα βρισκόμαστε στο 1959, όταν ένα Μαρτιάτικο πρωινό τα ροζιασμένα χέρια του Ανδρέα, Β. Καραμπά, που κρατούσαν το παραδοσιακό άροτρο, το υνί του σκόνταψε πάνω στο δρόμο του σε μια πέτρινη πλάκα.

 

 

2009-07-12T08:15:22+00:00

Leave A Comment

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.